ΑΡΘΡΑ

Αλ. Μαλλιάς: «Διεθνείς συσχετισμοί, πολιτικό σύστημα και μερικές σκέψεις για την Συμφωνία των Πρεσπών»

ΑΘΗΝΑ. Με σεβασμό και αίσθημα ευθύνης προς την Ομογένεια γράφω μετά αρκετό καιρό στον αγαπητό «Εθνικό Κήρυκα».

Είναι γνωστό ότι μόνιμα αλλά μάταια στην Ελλάδα διαχρονικά αναζητούμε και αποζητούμε τον φιλέλληνα «από μηχανής θεό». Τα διαχρονικά παθήματα έπρεπε να μας έχουν γίνει μαθήματα.

Διότι είναι γνωστό -αυτό δεν αφορά μόνο ή αποκλειστικά στην Ελλάδα- ότι οι συμμαχίες και οι διευθετήσεις πολιτικές, στρατιωτικές, οικονομικές δεν αποτελούν μηχανισμό αποτροπής ή πρόληψης ούτε διαθέτουν βούληση παρέμβασης. Ειδικά σήμερα .

Επιπλέον, ακόμη και μεταξύ των μελών της Συμμαχίας στο ΝΑΤΟ έχουμε διαφορετικό προσδιορισμό των εθνικών συμφερόντων και της απειλής. Η πλειοψηφία των συμμάχων μας θεωρεί και προσδιορίζει ως μόνη και αποκλειστική απειλή την Ρωσική Ομοσπονδία.

Όμως, ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ προσωπικά -αυτό φάνηκε καθαρά κατά την συνάντηση του με τον Πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν στο Ελσίνκι- δεν δείχνει διατεθειμένος και έτοιμος να ενταχθεί στην κατηγορία των «δεδομένων» στην κυρίαρχη και στην Ουάσιγκτων εκτίμηση αυτή .

Ο ιστός του κοινού συμφέροντος ακόμη και εντός της Συμμαχίας μοιάζει να είναι φθαρμένος. Προτιμώ να επιλέγω προσεκτικά το λόγο μου αντιλαμβανόμενος την «ισχυρή αντίσταση» που υπάρχει εκ των έσω ακόμη και μεταξύ των «ανωτέρων αξιωματούχων»( senior officials) της σημερινής ADMINISTRATION.

Σε ό,τι μας αφορά, στην Ελλάδα δηλαδή, εκτιμώ ότι δεν υπάρχουν διλήμματα: Το ΝΑΤΟ δεν ήταν απλά η καλύτερη επιλογή μας στο τέλος του εμφυλίου πολέμου, που αποτέλεσε και την πρώτη σύγκρουση του μεταπολεμικού διπολικού κόσμου.

Ήταν αναμφίβολα η μόνη επιλογή επιβίωσης μας ως χώρας και ως έθνους. Στο πλαίσιο μίας πολιτικό-στρατιωτικής συμμαχίας ως πρώτο βήμα που ολοκληρώθηκε με την ένταξη μας στην σημαντικότερη πολιτικό-οικονομική Ένωση στην δεκαετία του ΄80 .Είχε όμως δρομολογηθεί ήδη από τις αρχές του ΄60.

Εν τούτοις, τα πράγματα και τα συμφέροντα μεταβάλλονται. Ενδεικτικά και μόνο την θέση μας επηρεάζουν και οι ακόλουθοι παράγοντες :

α)Η μεταβολή των συσχετισμών δυνάμεως στην διεθνή και ευρωπαϊκή πραγματικότητα,

β) ο ισχυροποιημένος παγκόσμιος ρόλος και οι ορατές φιλοδοξίες και κινήσεις της Ρωσικής Ομοσπονδίας στην ευρύτερη περιοχή μας , η άνοδος της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας με το κάλυμμα της « ήπιας δύναμης» στην κορυφή του πολυπολικού συστήματος ισορροπίας/ ανισορροπίας που στηρίζεται στην ισχύ,

γ) η αβεβαιότητα και το βαρύ κλίμα που επικρατεί σήμερα σε όλα τα μέτωπα στις διατλαντικές σχέσεις και

δ) η σταθερή και μόνιμη απειλή που συνιστά για την Ελλάδα η Τουρκία.

Δεν είμαστε όμως στο 1950, αλλά στο 2018. Αν διαβάσουμε σωστά την πραγματικότητα που διαμορφώνεται λόγω της Τουρκίας ( προσδιορισμένη διαχρονικά ανεξαρτήτως κυβερνήσεων στην Ελλάδα ως η μόνιμη απειλή) στην Εθνική μας Ασφάλεια ,ειδικά μετά την διάλυση της Συνθήκης της Βαρσοβίας και την επιταχυνόμενη λόγω των επιλογών του Προέδρου Τραμπ διαμόρφωση ενός πολυπολικού συστήματος ισχύος και ευθύνης με κεντρικό πυλώνα την Λ.Δ.Κίνας ,το συμπέρασμα είναι ότι : το ΝΑΤΟ μόνο του πλέον δεν μπορεί και δεν επιθυμεί να καλύψει το θεμελιώδες πρόβλημα Εθνικής Ασφάλειας της Ελλάδος.

Συνεπώς, η Ελλάδα χρειάζεται ένα συμπληρωματικό συνδυασμό/πλαίσιο εξασφάλισης συνθηκών /εγγυήσεων εθνικής ασφάλειας( κυριαρχίας και εδαφικής ακεραιότητας) στην βάση Συμφωνιών αμοιβαίως επωφελών με σειρά χωρών, πρωτίστως βέβαια με τις ΗΠΑ.

Ερχομαι τώρα στο Μακεδονικό και στην Συμφωνία των Πρεσπών : Στις 17 Ιουνίου 2018, υπογράψαμε με πανηγυρισμούς που χαρακτηρίζονται από την έλλειψη «μέτρου» -σύνηθες το φαινόμενο απουσίας του μέτρου-την Συμφωνία των Πρεσπών με την πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας.

Η κυβέρνηση τόνιζε ότι σταθερή επιδίωξή μας ήταν να μην υπάρχει νικητής και ηττημένος. Το σύνθημα αυτό δεν είναι νέο. Το είχαμε χρησιμοποιήσει και κατά το παρελθόν. Είναι το γνωστό win-win.

Γιατί όμως δεν φροντίσαμε εξ αρχής να ισχύσει η αρχή αυτή ταυτόχρονα και στην Ελλάδα; Να μην διαχωρίζουμε δηλαδή σήμερα, όπως συστηματικά γίνεται, τους πολίτες και τις πολιτικές παρατάξεις σε νικητές και ηττημένους. Σε φοβικούς και δήθεν δειλούς από την μια και σε δήθεν γενναίους και πατριώτες από την άλλη. Σε εθνικιστές και σε ενδοτικούς.

Η κυβέρνηση δείχνει να απορεί και να αναρωτιέται με την αντίδραση και την οργή της κοινής γνώμης την οποία όμως προκάλεσε .

Έχω εδώ και πολλούς μήνες γραπτώς και δημόσια επισημάνει ότι δεν θα συνιστούσα ως εθνικό πρότυπο το μοντέλο της διαπραγμάτευσης που ακολουθήσαμε με την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας.

Για ένα θέμα μάλιστα που έχει βαθιά επηρεάσει ήδη από το 1992 την πολιτική μας σκηνή, έχει προκαλέσει την ρήξη μεταξύ ενός Πρωθυπουργού και του Υπουργού Εξωτερικών ( Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, Αντώνης Σαμαράς), την πτώση μίας ελληνικής κυβέρνησης ( Κωνσταντίνου Μητσοτάκη τον Αύγουστο 1993) ,την παραπομπή της Ελλάδος στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ( 1994) λόγω της επιβολής του Εμπάργκο κατά της πΓΔΜ) και την απομόνωση της Ελλάδος μεταξύ των εταίρων της.

Επίσης, τον υποτιμητικό – ως προς την μεθόδευση για τα Ελληνικά συμφέροντα- τρόπο της ανακοίνωσης της μονομερούς αμερικανικής αναγνώρισης της πΓΔΜ ως « Δημοκρατία της Μακεδονίας» ( 4 Νοεμβρίου 2004) .

Η αλαζονεία και αυτοπεποίθηση που προκάλεσε στα Σκόπια η Απόφαση αυτή, ανέτρεψε σε βάρος μας στην κυριολεξία την ισορροπία της διαπραγμάτευσης και αναμφίβολα μας εξώθησε, μας οδήγησε στην διπλωματική μας σύγκρουση με την Ουάσιγκτων πριν, κατά και μετά την Συνάντηση Κορυφής του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι( Απρίλιος 2008) .

Ειδικά για την περίοδο αυτή, ας μου επιτρέψουν οι αναγνώστες του «Ε.Κ.» να ισχυρισθώ ότι έχω προσωπική γνώση και άποψη τόσο για το εύρος της δυσαρέσκειας της Ουάσιγκτων , καθώς και για τα πολιτικά και διπλωματικά αντίμετρα.

Τέλος, ας μην ξεχνάμε την οδυνηρή κατά της Ελλάδος Απόφαση-Κόλαφο του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης ( Δεκέμβριος 2008) μετά από την προσφυγή της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας.

Τώρα λοιπόν, η ορθή προσέγγιση θα ήταν να προσέλθουμε στις διαπραγματεύσεις με τα Σκόπια έχοντας εξασφαλίσει στο μέτρο του εφικτού την μεγαλύτερη δυνατή πολιτική στήριξη και συνοχή στο εσωτερικό.

Η κυβέρνηση προτίμησε το αντίθετο. Προσπάθησε συστηματικά μέσω του Μακεδονικού να διεμβολίσει την αντιπολίτευση .Την αξιωματική κυρίως αλλά όχι μόνο. Στην πραγματικότητα με την αδόκιμη αυτή τακτική υπονόμευσε κυρίως τις δικές της προσπάθειες και επιλογές και την «δική» της Συμφωνία των Πρεσπών.

Δεν γνωρίζω αν η Συμφωνία αντέξει στη δοκιμασία του χρόνου. Αποτελεί αναμφίβολα και για τις δύο χώρες ένα επώδυνο συμβιβασμό.

Στο βιβλίο μου «Ελλάδα και Βόρεια Μακεδονία – Η Αυτοψία της Δύσκολης Συμφωνίας των Πρεσπών» , που κυκλοφορεί τις μέρες αυτές , από τις Εκδόσεις Ι.ΣΙΔΕΡΗΣ με ένα εκτενή βαθιά πολιτικό Πρόλογο του Ευάγγελου Βενιζέλου, επιχειρώ μία πρώτη αποτίμησή της. Η επίσημη εκδήλωση παρουσίασης του βιβλίου θα γίνει στις 2 Οκτωβρίου στην Στοά του Βιβλίου στην Αθήνα.

Το συμπέρασμά μου όπως καταγράφεται στον Επίλογο είναι ότι:

«Ήσσονος σημασίας είναι αν στην Ελλάδα ολοένα περισσότερο ενισχύεται η θέση ότι η Συμφωνία στον σκληρό της πυρήνα δεν εξασφαλίζει την καθαρότητα και την απόλυτη σαφήνεια. Θεμελιώδεις δηλαδή προϋποθέσεις για μία τόσο σημαντική, κομβική Συμφωνία…

…Μείζονος εν τούτοις σημασίας δεν είναι αυτή η εσωτερική πτυχή. Είναι η διεθνής. Το πρόβλημα διαπιστώθηκε πριν καν στεγνώσει η μελάνη των υπουργικών υπογραφών. Αφορά στην θεμελιωδώς διαφορετική ερμηνεία των εν λόγω συστατικών της Μακεδονικής ταυτότητας όρων (γλώσσα, ιθαγένεια/ υπηκοότητα / εθνικότητα) μεταξύ των δύο συμβαλλομένων στην Συμφωνία μερών.

Υπάρχει την στιγμή αυτή σαφής ως προς την ερμηνεία διαφορά μεταξύ των δύο Κυβερνήσεων , της Ελλάδος και της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας.

Τούτο δε συμβαίνει πριν καν ολοκληρωθεί η διαδικασία κύρωσής της από τις δύο γειτονικές χώρες.

Η εκ διαμέτρου αντίθετη πλέον επίσημη και δημόσια ερμηνεία που δίδεται από τις δύο κυβερνήσεις φοβούμαι ότι ενισχύει και εμβαθύνει τις εκτιμήσεις και φόβους εκείνων που αμφισβητούν την βιωσιμότητα της Συμφωνίας. Κυρίως όμως αποδυναμώνει την εμβέλεια της. Οι τρίτοι επίσης θα επιλέγουν κατά συμφέρον την ερμηνεία που επιθυμούν.

Στην καλύτερη περίπτωση θα πορευόμαστε με μία Συμφωνία η οποία, ας το ομολογήσουμε, με την επιτυχή επίλυση του ονοματολογικού ελαφρύνει μεν τα βάρη και της ελληνικής πολιτικής, μεταφέρει όμως ταυτόχρονα στις επόμενες γενιές τις σύγχρονες βασικές γενεσιουργές προκλήσεις του Μακεδονικού ζητήματος…

Όλα αυτόν τον καιρό , γνωρίζοντας τα ρεαλιστικά όρια και τις αντοχές του πολιτικού συστήματος, συνεχώς υπενθυμίζω ότι η έλλειψη συνεννόησης και η επικράτηση πολωτικού πολιτικού κλίματος που αποκτά στοιχεία διχασμού πλέον αναιρεί στην πράξη ακόμη και τα αναμφίβολα θετικά στοιχεία ( εννοώ το όνομα Βόρειος Μακεδονία) που έχει η Συμφωνία.

Κυρίως όμως αποπροσανατολίζει ακόμη περισσότερο την κοινή γνώμη που εδώ και δέκα χρόνια είναι απαισιόδοξη, θυμωμένη και απογοητευμένη. Υπάρχει άμεση σχέση αιτίου και αιτιατού.

Αν η κυβέρνηση αντί των υποτιμητικών χαρακτηρισμών( εθνικιστές, ανίκανοι ,δειλοί…) κατά των πολιτικών της αντιπάλων είχε δρομολογήσει ήδη από τον Ιανουάριο 2018 ένα σοβαρό πλαίσιο πραγματικής συνεννόησης με τις πολιτικές παρατάξεις της Βουλής , αναμφίβολα η κατάσταση σήμερα θα ήταν ευκολότερα διαχειρίσιμη. Για την ίδια , αλλά και για την αντιπολίτευση.

Χωρίς πολιτική συνεννόηση και ένα συγκεκριμένο πλαίσιο συναίνεσης -το οποίο πρέπει να αποτελεί στόχο πολιτικής και όχι τακτική παρένθεση ενός πολιτικού αυτοματισμού – δεν μπορούμε να βρούμε βιώσιμες και σταθερές λύσεις στα ζητήματα που θεωρούμε ως εθνικά.

Επιπλέον, οι λύσεις που βρίσκονται , αν δεν στηριχθούν ευρύτερα από την κοινωνία και την κοινή γνώμη δεν μπορούν να αντέξουν στην δοκιμασία του χρόνου. Θα καταγράφονται ως πολιτικές αποφάσεις κάποιων πολιτικών ελίτ.

Στην αντιπροσωπευτική Δημοκρατία η σωστή στρατηγική θα ήταν να προσπαθείς να αποκτήσεις κοινοβουλευτικά στηρίγματα εκτός των δικών σου κομματικών χαρακωμάτων .Μόνο έτσι μπορείς να κερδίσεις και την στήριξη της κοινής γνώμης. Η κυβέρνηση δυστυχώς επέλεξε να πράξει το αντίθετο. Το αποτέλεσμα είναι σήμερα να νιώθει μοναχική».

ΠΗΓΗ

Related posts

Γιάννης Μανώλης: Ισχυρή Ελλάδα ή κοινωνία χαμηλών προσδοκιών;

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΑΤΖΑΣ

Ο αφανισμός του Χριστιανισμού είναι ο «στόχος» των παγκοσμιοποιητών

katalitikos

Mε «αέρα» εκλογών τα δημοσιεύματα: «Θυμήθηκαν» και πάλι την Χρυσή Αυγή όλως τυχαίως…

katalitikos

Γιώργος Μητροπέτρος: Πρέπει ψύχραιμα να δούμε την αλήθεια

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΑΤΖΑΣ

Δημοτικό Σχολείο Στύρων: 1867-2018 και .. τέλος !!!!!!!!

adesmeftos typos

Πας μη ΣΥΡΙΖΑίος… ακροδεξιός για την κυβέρνηση! Στο στόχαστρο όσοι διαφωνούν

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΑΤΖΑΣ

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ

NEASTYRANEWES.GR